Η ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΤΙΣ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Τα πνευματικά δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα 1999 ©

Τα πνευματικά δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα 1999 ©

[ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ]
Κεφάλαιο (1). Κεφάλαιο (2). Κεφάλαιο (3). Κεφάλαιο (4). Κεφάλαιο (5). Κεφάλαιο (6).

Εισαγωγή

Χαλάρωση είναι η απαλλαγή από κάθε μυϊκή σύσπαση που χαρίζει ένα αίσθημα ηρεμίας. Στη χαλάρωση ο μυϊκός τόνος ελαττώνεται στο ελάχιστο. Όμως ακόμα και σε κατάσταση μέγιστης χαλάρωσης, κάθε μυς διατηρεί κάποιον τόνο, τον τόνο ηρεμίας τον οποίο αισθάνεται κανείς όταν κάμπτει ή εκτείνει παθητικά ένα μέλος στην άρθρωσή του (Duus, 1992). Η εφαρμογή της χαλάρωσης έχει ενδείξεις σε ποικίλες καταστάσεις, όπως οι ρευματοπάθειες (Stenstromet et al, 1996), η υπέρταση (Patel, 1981), ο πόνος (Slaman, 1995) και φυσικά η μείωση της μυϊκής τάσης (Eisenberg et al, 1993).

Οι μέθοδοι χαλάρωσης περιλαμβάνουν συγκεκριμένες τεχνικές χαλάρωσης, όπως για παράδειγμα του Benson (Benson, 1987) και του Patel (Patel et al, 1981). Επίσης περιλαμβάνουν την κινησιοθεραπεία, το biofeedbak, τον έλεγχο της αναπνοής, την αρωματοθεραπεία (Lis Balchin και Hart, 1998) κ.α. Πολλές από τις τεχνικές χαλάρωσης βασίζονται στη σύσπαση και την μετέπειτα χαλάρωση διαδοχικών μυϊκών ομάδων.

Μία από τις ενδείξεις της χαλάρωσης, σύμφωνα με τον Kaplan, (1985), είναι οι ψυχοσωματικές παθήσεις. Με τον όρο ψυχοσωματικές παθήσεις περιγράφεται κάθε σωματική ασθένεια ή δυσλειτουργία στην οποία ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν αιτιολογικό ρόλο (Lipowski, 1985) με έναν μηχανισμό που σχετίζεται με την υπερβολική δραστηριοποίηση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η υπερδραστηριοποίηση αυτή του συμπαθητικού συστήματος οδηγεί μακροπρόθεσμα σε δομικές αλλαγές και δυσλειτουργίες το όργανο στο οποίο εκφράζεται (Kolb, 1977). Η χαλάρωση συμβάλλοντας στη μείωση της δράσης του συμπαθητικού συστήματος, εξουδετερώνει το άγχος και επαναφέρει τον οργανισμό στις φυσιολογικές του λειτουργίες (Sloman, 1995).

Κεφάλαιο (1)

Κεφάλαιο(1.1.). Οι ψυχοσωματικές παθήσεις: στατιστικά στοιχεία και ιστορική ανασκόπηση

Με τον όρο ψυχοσωματικές παθήσεις εννοούμε τις σωματικές ασθένειες ή δυσλειτουργίες στις οποίες ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν αιτιολογικό ρόλο. (Lipowski, 1985), παράγοντας αντιδράσεις, που περιλαμβάνουν ψυχοφυσιολογικές αυτόνομες, και σπλαχνικές διαταραχές (Kolb, 1977). Μπορούμε να δεχτούμε όλες τις ασθένειες ως ψυχοσωματικές αν τις θεωρήσουμε ως καταστάσεις με ποικίλη επίδραση στο όλο άτομο και δεν ταυτίσουμε το ψυχοσωματικό με το ψυχογενές (Lipowski, 1985).

Σε μια έρευνα του Good et al (1987) σε 200 άτομα άνω των 60 ετών (100 ανδρών και 100 γυναικών) διαπιστώθηκε πως το 13% των ατόμων (ένας άνδρας και 15 γυναίκες) είχαν κατάθλιψη, το 69% είχε άγχος και το 7,3% είχε κάποια ψυχοσωματική διαταραχή (14,4% των ανδρών και 15,7% των γυναικών) όπως η υποχονδρίαση, η απώλεια βάρους, το άγχος, η μείωση της παρατηρητικότητας και προβλήματα από το γαστρεντερικό σύστημα. Τα ψυχοσωματικά προβλήματα συμβαίνουν σε διαφορετικά όργανα ανάλογα με το άτομο, δηλαδή κάτω από το ίδιο συναισθηματικό στρες ένα άτομο έχει πεπτικό έλκος, κάποιο άλλο δερματίτιδα και ένα τρίτο κεφαλαλγία - χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη παραπάνω από μιας ψυχοσωματικής πάθησης (Fann και Wheless, 1982).

Εκτιμάται πως οι ψυχοσωματικές παθήσεις είναι υπεύθυνες για την συμπτωματολογία 47% των ασθενών που έρχονται στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων (Kaplan, 1985). Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή (Lipowski, 1985) διαπιστώνουμε πως ο πρώτος που χρησιμοποιεί τη λέξη "ψυχοσωματικό" ήταν ο γερμανός ψυχίατρος, Heinroth το 1818 και το 1868 ο συγγραφέας της ιατρικής επιθεώρησης "American Journal of Insanity" ο J.P. Gray μιλάει για αλληλεπίδραση εγκεφάλου- σώματος. Ο όρος ψυχοσωματική ιατρική αναφέρεται πρώτος από τον Felix Deutsch το 1922 και ο H. Dunbar σε ένα βιβλίο του στις ΗΠΑ δίνει την σύγχρονη έννοια στον όρο "ψυχοσωματικός". Τέλος το 1939 εκδίδεται το πρώτο τεύχος του ιατρικού περιοδικό "Psychosomatic Medicine". Η ψυχοσωματική ιατρική είναι η ειδικότητα που αναφέρεται στις ασθένειες εκείνες που εκδηλώνονται με σωματικά συμπτώματα, όπως εμετοί, ανορεξία, διάρροια κτλ., όμως τα αίτιά τους δεν είναι σωματικά, αλλά ανάγονται στην ψυχική σφαίρα του ατόμου (Kaplan 1985).

Κεφάλαιο (1.3). Στοιχεία νευροφυσιολογίας

Σύμφωνα με τον Guyton (1992), το συμπαθητικό και το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα εμφανίζουν μια συνεχής δραστηριότητα, ο ρυθμός της οποίας ονομάζεται τόνος του συμπαθητικού ή του παρασυμπαθητικού. Με τον τρόπο αυτό το καθένα από τα δύο συστήματα αυξάνει ή ελαττώνει τη δραστηριότητα των νευρούμενων οργάνων, όπως φαίνεται στον πίνακα (1).

Πίνακας (1) ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (τροποποιημένο από Guyton, 1992)

 

 

        Όργανο                   Επίδραση διέγερσης συμπαθητικού                     Επίδραση διέγερσης παρασυμπαθητικού

 

·          Οφθαλμός

        Κόρη

        Ακτινωτός μυς      Διεύρυνση Ελαφρά χάλαση (όραση από μακριά)   Στένωση Συστολή (όραση από κοντά)

·          Αδένες                    Αγγειοσυστολή και μικρή έκκριση                          Διέγερση για άφθονη έκκριση (με             

                                                                                                                             πολλά ένζυμα για τους αδένες που                                                                                                                                                                                                                                                                         

                                                                                                                              εκκρίνουν ένζυμα)

         Ρινός

        Δακρυϊκοί

        Υπογνάθιος

        Γαστρικοί

       Πάγκρεας

       Ιδρωτοποιοί

       αδένες                   Άφθονη εφίδρωση (χολινεργικοί)                               Έκκριση ιδρώτα από τις παλάμες

·          Αποκρινείς

        αδένες                  Παχύρρευστο, οσμηρό έκκριμα                                   Ουδεμία

·          Καρδιά

        Μυοκάρδιο         Αύξηση συχνότητας                                                        Ελάττωση συχνότητας

                                    Αύξηση δύναμης συστολής                                             Ελάττωση δύναμης συστολής                

                                                                                                                               (Ιδιαίτερα στους  κόλπους)  

        Στεφανιαία        Διαστολή (β2)                                                                   Διαστολή

                                    Συστολή (α)

·          Πνεύμονες

        Βρόγχοι             Διαστολή                                                                           Συστολή

·          Αγγεία               Ελαφρά συστολή                                                              Διαστολή (;)

·          Έντερο

        Αυλός                Ελάττωση περισταλτισμού και τόνου                            Αύξηση περισταλτισμού και τόνου

 

·          Σφιγκτήρες      Αύξηση τόνου (συνήθως)                                                 Χάλαση (συνήθως)

·          Ήπαρ                Απόδοση γλυκόζης                                                           Ελαφρά σύνθεση γλυκογόνου

·          Χοληδόχος κύστη

        και  χοληδόχοι  Χάλαση                                                                             Συστολή

       πόροι

·          Νεφρός               Ελάττωση απόδοσης

                                    και έκκριση ρενίνης                                                        Ουδεμία

·          Ουροδόχος κύστη

        Εξωστήρας μυς  Χάλαση (ελαφρά)                                                          Συστολή

       Τρίγωνο               Συστολή                                                                          Χάλαση

·          Πέος                   Εκσπερμάτιση                                                                 Στύση

·          Αρτηρίδια          Συστολή                                                                          Ουδεμία

        Κοιλιακά

        σπλάχνα             Συστολή (Αδρενεργικοί α)                                             Ουδεμία

                                   Διαστολή (Αδρενεργικοί β2)

        Μύες                  Διαστολή (Χολινεργικοί)

 

 

       Δέρμα                 Συστολή                                                                            Ουδεμία

 

·          Αίμα

        Πήξη                  Αύξηση                                                                             Ουδεμία

        Γλυκόζη            Αύξηση                                                                              Ουδεμία

        Λιπίδια              Αύξηση                                                                              Ουδεμία

 

·          Βασικός

       Μεταβολισμός    Αύξηση ως 100%                                                             Ουδεμία

·          Μυελός  

        επινεφριδίων

       Έκκριση                Αύξηση                                                                           Ουδεμία

·          Διανοητική

        Δραστηριότητα     Αύξηση                                                                          Ουδεμία

·          Ανορθωτήρες μυς

        των τριχών            Συστολή                                                                         Ουδεμία

·          Σκελετικοί μυς     Αύξηση

                                       γλυκογονόλυσης                                                            Ουδεμία

                                       Αύξηση δύναμης                                                           Ουδεμία

·        Λιποκύτταρα       Λιπόλυση                                                                       Ουδεμία

Ένα σημαντικό μέρος από τον συνολικό τόνο του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, κατά τον Guyton (1992) προέρχεται από την επιπρόσθετη βασική έκκριση της επινεφρίνης (αδρεναλίνης) και της νορεπινεφρίνης (νοραδρεναλίνης), πέρα από την άμεση διέγερση του συμπαθητικού συστήματος. Αιτία της διέγερσης του συμπαθητικού συστήματος είναι η σωματική ή η πνευματική διέγερση. Σε καταστάσεις άγχους (stress) έχουμε μαζική κινητοποίηση του συμπαθητικού συστήματος το οποίο, μέσω της ενεργοποίησής του, παρέχει επιπρόσθετη δραστηριοποίηση στο σώμα (Guyton, 1992).

Στην κατάσταση άγχους, η συμπαθητική διέγερση προκαλεί έκκριση αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης από το μυελό των επινεφριδίων, που μπαίνουν στο αίμα και ενισχύουν τη δράση του συμπαθητικού συστήματος (Duus, 1992). Έτσι, οι καταστάσεις που θέλουν προσαρμογή της ανθρώπινης συμπεριφοράς προάγουν την ενεργοποίηση του ακούσιου μηχανισμού "πολέμα ή φύγε" μέσω της αυξημένης δράσης του συμπαθητικού συστήματος (Benson, 1982).

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα ρυθμίζεται από τον υποθάλαμο. Συγκεκριμένα το πρόσθιο τμήμα του υποθαλάμου προκαλεί αύξηση της δράσης του παρασυμπαθητικού, ενώ ο ερεθισμός του οπίσθιου τμήματος του προκαλεί αύξηση της δράσης του συμπαθητικού (Duus, 1992).Ο υποθάλαμος ασκεί ρυθμιστική και κυβερνητική λειτουργία στο αυτόνομο σύστημα με τρεις κατιούσες οδούς: την έσω δεσμίδας του προσθίου εγκεφάλου, τη μαστιοκαλυπτρική δεσμίδα και τη ραχιαία επιμήκη δεσμίδα του Schutz και τρία αυτά συστήματα συνδέουν τον υποθάλαμο με το κατιόν δικτυωτό σύστημα του μεσεγκεφάλου (Duus, 1992). Μέσα από το δικτυωτό σχηματισμό οι ώσεις κατευθύνονται στο νωτιαίο μυελό (Guyton, 1992) και στα διάφορα συστήματα του αυτόνομου συστήματος (Duus, 1992).

Κεφάλαιο (1.4.). Η συμπτωματολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων

Οι ψυχοσωματικές παθήσεις εμφανίζονται με τη μορφή δυσλειτουργιών σε κάποιο η κάποια από τα συστήματα του οργανισμού, δημιουργώντας οργανικά συμπτώματα. Αρχίζοντας από το καρδιαγγειακό σύστημα τα συμπτώματα είναι λαχάνιασμα, κόπωση, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, τρόμος, λιποθυμία, ίλιγγος, κεφαλαλγία. Συνυπάρχουν, επίσης συμπτώματα άγχους που εκδηλώνονται με εφιάλτες, φοβίες, ιδρώτας, τρόμος, κατάθλιψη και ανησυχία (Kolb, 1977). Παράλληλα έχει αναφερθεί πως ψυχοσωματικοί μηχανισμοί συνδέονται με στηθάγχη στην οποία δεν βρέθηκε οργανική αιτία (Roll et al, 1988), αλλά σε έρευνες διαπιστώθηκε ψυχοσωματική αστάθεια σε ασθενείς με στηθάγχη (Bashour et ai, 1983).

Επιπρόσθετα στο καρδιαγγειακό σύστημα, ασθενείς με καρδιοπάθειες (όπως η στεφανιαία νόσος και το έμφραγμα του μυοκαρδίου) καθώς και ασθενείς που έχουν κάνει χειρουργείο για συγγενή ή βαλβιδικά προβλήματα ή αορτοστεφανιαία παράκαμψη παρουσιάζουν ψυχολογικές διαταραχές όπως, έντονο άγχος (Kolb, 1977). Σε ότι αφορά την υπέρταση σχετίζεται αμφίδρομα με το άγχος, αφού τα άτομα με άγχος έχουν υψηλότερη αρτηριακή πίεση και από την άλλη μεριά οι υπερτασικοί ασθενείς είναι συχνά νευρωτικοί, έχουν ιδιοψυχαναγκαστική διαταραχή, είναι επιθετικοί και εξαρτώμενοι (Kolb, 1977).

Σε ότι αφορά το πεπτικό σύστημα αρχίζοντας από το στόμα έχουμε την ελκωτική στοματίτιδα ή "άφθες" ως τη συχνότερη ασθένεια που επηρεάζει το βλεννογόνο του στόματος και χαρακτηρίζεται από πολλαπλά έλκη (Andrews και Hall, 1990). Η κατάσταση αυτή συνδέεται με συναισθηματικούς παράγοντες. Επίσης, ψυχοσωματικές διαταραχές που αναφέρονται στο στόμα είναι η ξηροστομία, η γλωσσοδυνία (καυστικός πόνος στη γλώσσα), ο τριγμός των οδόντων και η αδυναμία μάσησης της τροφής (Kolb, 1977).Το πεπτικό έλκος είναι και αυτό μια ασθένεια που συνδέεται με το άγχος όπως είναι σε διάφορες απειλητικές καταστάσεις για τη ζωή (Kolb, 1977). Πάντως σε έρευνα του Johnsen et al (1994) δεν βρέθηκε σχέση μεταξύ των ψυχοσωματικών διαταραχών και του γαστρικού και δωδεκαδακτυλικού έλκους.

Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (σπαστική κολίτις) περιλαμβάνει συμπτώματα που συνδέονται με το άγχος όπως είναι η δυσκοιλιότητα, η κένωση κοπράνων με βλέννη ή μαλακών- υγρών κοπράνων, αέρια στο στομάχι και πόνο μετά το φαγητό (Kolb, 1977). Άλλα συμπτώματα είναι η ναυτία, ο μετεωρισμός και οι αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου (Shaw et al, 1991). Επίσης, η ελκωτική κολίτιδα συνδέεται με καταστάσεις άγχους (Kolb, 1977), όπως και η ειλεϊτης, το σύνδρομο δυσαπoρρόφησης και η τοπική εντερίτιδα (Fann και Wheless, 1982).

Η παχυσαρκία αναφέρεται ως η αυξημένη τάση για βρώση και θεωρείται ως ψυχοσωματική πάθηση (Kolb 1977, Reiser και Murqhy, 1984). Ομοίως, ψυχοσωματική πάθηση είναι η νευρική ανορεξία στην οποία το άτομο έχει εμμονή να είναι λεπτό και μερικές φορές κάνει έμετο για να αποβάλει αυτά που έφαγε. (Kolb, 1977). Η νευρική ανορεξία αφορά συχνότερα νέες κοπέλες και γενικά έχει θνησιμότητα 5 έως 15% (Kold, 1977).

Στο μυοσκελετικό σύστημα ψυχοσωματικές διαταραχές θεωρούνται η ρευματοειδής αρθρίτιδα (οι εξάρσεις και η έναρξη της οποίας σχετίζονται με καταστάσεις άγχους) καθώς και η οσφυαλγία (Kold, 1977). Στο αναπνευστικό σύστημα το άγχος ή ο θυμός μπορεί να οδηγήσουν στο σύνδρομο υπεραερισμού κατά το οποίο το άτομο έχει ταχυκαρδία ή στηθάγχη, πίεση στο θώρακα, μυρμηγκιάσματα στα δάκτυλα, τετανικούς σπασμούς, ωχρότητα, χαμηλό- άρρυθμο σφυγμό, λιποθυμία, ζάλη και ιδρώτα (Kolb, 1977). Επίσης, μια άλλη πάθηση που σχετίζεται με ψυχοσωματικές διαταραχές είναι το άσθμα οι προσβολές του οποίου σχετίζονται με διάφορες συναισθηματικές καταστάσεις (Kolb, 1977).

Στο ενδοκρινολογικό σύστημα συναισθηματικές καταστάσεις επηρεάζουν τον μεταβολισμό της γλυκόζης στους διαβητικούς και επίσης παίζουν -ίσως -ρόλο στην αιτιοπαθογένεια και την πορεία του υπερθυρεοειδισμού (Kolb, 1977). Στο δέρμα, κατά τον Kolb (1977), καταστάσεις άγχους συνδέονται με την εμφάνιση της νευροδερματίτιδας, της ατοπικής δερματίτιδας στα παιδιά και του περιγεννητικού κνησμού. Στο ουρογεννετικό σύστημα έχουμε το ουρηθραίο σύνδρομο ή σύνδρομο της ευερέθιστης κύστης, συχνότερα στις γυναίκες, με συμπτώματα όπως πόνος και διαταραχές στην ούρηση (Chertoketal, 1977).

Το σύνδρομο αυτό συνδέεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, όπως συμβαίνει και με την μη ειδική ουρηθρίτιδα, την χρόνια προστατίτιδα και την διάμεση κυστίτιδα (Kolb, 1977). Στους άνδρες συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα είναι η ανικανότητα και η πρόωρη εκσπερμάτιση ενώ στις γυναίκες είναι οι διαταραχές του έμμηνου κύκλου (Kolb, 1977). Στις διαταραχές αυτές περιλαμβάνεται το προεμμηνορρησιακό σύνδρομο με συμπτώματα όπως κατάθλιψη, δυσφορία, υστερία, εχθρότητα, άγχος και σύγχυση (Goodale et al, 1990). Επίσης αναφέρονται η εμμηνόπαυση (με συμπτώματα όπως εξάψεις και κακοδιαθεσία), η «ψυχρότης», η στειρώτης και η δυσπαρεύνια (Kolb, 1977), ως καταστάσεις συνδεδεμένες με ψυχοσωματικούς μηχανισμούς (Kolb, 1977).

Στο Νευρικό σύστημα η κεφαλαλγία και η ημικρανία (Cohenetal, 1978) συνδέονται με το άγχος. Σε άτομα με ακρωτηριασμό κάποιου μέλους υπάρχει το «φαινόμενο φάντασμα», στο 98% των ατόμων αυτών, που χαρακτηρίζεται από την αίσθηση ύπαρξης του απόντος μέλους (Kolb, 1977). Στους αθλητές εμφανίζεται συχνά η «νεύρωση των αθλητών» που σχετίζεται με τον υποκειμενικό φόβο της απώλειας των φυσικών ικανοτήτων του αθλητή (Kolb, 1977). Επίσης, στο νευρικό σύστημα αναφέρεται και η νευρασθένεια με διάφορα σωματικά συμπτώματα ως συνέπεια κάποιας αγχώδους συναισθηματικής κατάστασης (Kolb, 1977).

Άλλες ψυχοσωματικές διαταραχές είναι η παράδοξη δυσλειτουργία των φωνητικών χορδών (Freedman et al, 1991), τα ψυχολογικά προβλήματα του καρκίνου όπως φόβος και απομόνωση (McΙllmurray και Holdcroft, 1993) και η αυξημένη συστολική αρτηριακή πίεση (Kristal- Boneh et al, 1998). Επί πρόσθετα, οι κρίσεις πανικού είναι ψυχοσωματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από την παρεξήγηση σωματικών καταστάσεων ως ένδειξη επικείμενου προβλήματος, όπως είναι το έμφραγμα (Clark et al, 1994).

Κεφάλαιο (1.5) Η νευροφυσιολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων

Σύμφωνα με τον Kolb (1977) όταν το άγχος είναι υπερβολικό, μακροπρόθεσμα οδηγεί σε δομικές αλλαγές και δυσλειτουργίες το όργανο ή το σπλάχνο στο οποίο εκφράζεται. Η οργανική αυτή δυσλειτουργία είναι δευτεροπαθής στη σπλαχνική δυσλειτουργία, την δυσλειτουργία των λειών μυϊκών ινών και την υπερέκκριση ή την υποέκκριση των αδένων, καθώς όλα τα παραπάνω υπόκεινται στην ρυθμιστική δράση του αυτόνομου νευρικού συστήματος (Kolb, 1977).

Οι Kaplan και Sadock (1985) αναφέρουν πως ασυνείδητες επιδράσεις πιθανώς συνδέονται με ποσοτικές ή ποιοτικές αλλαγές στις ορμονικές εκκρίσεις και επιφέρουν περίπλοκες αλλαγές στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Ο Mckegney (1985) τονίζει πως η έντονη δράση του συμπαθητικού συστήματος παράγει συμπτώματα σωματικά και πως το χρόνιο άγχος ενεργοποιεί το υποθαλαμικό- υποφυσιακό- αδρεναλινοκρικο- στεροειδές σύστημα. Η ενεργοποίηση αυτή παράγει το πρότυπο του συναγερμού, της αντίστασης και της εξουθένωσης της άμυνας (Mckegney, 1985).

Στο stress έχουμε αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης που αναστέλει το ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς επίσης και αυξημένη δράση του συμπαθητικού συστήματος που ετοιμάζει τον οργανισμό για "πόλεμο ή φυγή", ενώ η κορτιζόλη βοηθάει τον οργανισμό να αντιμετωπίσει μια μακροπρόθεσμη κατάσταση (Meares, 1981). Το stress της σύγχρονης ζωής παράγει το μηχανισμό "πολέμα ή φύγε" σε υπερβολικό βαθμό (Benson, 1982). Κατά τον Lipowski (1985) υπάρχουν νευροενδοκρινολογικές διαδικασίες που επιδρούν μεταξύ της συμβολικής λειτουργίας και της λειτουργίας των οργάνων και των ιστών.

Κεφάλαιο (1.6) Η ψυχονευρολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων

Ο άνθρωπος είναι ένας οργανισμός του οποίου η υγεία προσδιορίζεται από ψυχολογικούς, βιολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες (Lipowski, 1985) και κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να προσδιοριστούν οι ψυχοσωματικές παθήσεις. Ένας από τους παράγοντες που συνδέονται με τις ψυχοσωματικές διαταραχές είναι ο φόβος απώλειας σχέσεων εξάρτησης σύμφωνα με τον Mackinnon και Michels (1971). Η χρόνια δυσαρέσκεια για ανεκπλήρωτες εξαρτημένες ανάγκες, συνεχίζουν, δεν εκφράζεται ανοιχτά, χωρίς το ρίσκο απώλειας μιας εξαρτημένης φροντίδας και έτσι αναστέλλουν το θυμό και τη μνησικακία τους. Τα συναισθήματα αυτά τελικά εκφορτώνονται ψυχολογικά.

Μία ασυνείδητη (συνήθως) αντίδραση είναι η έκθεση της "ασθένειας" ως τιμωρία ως προς τους άλλους για κάποιες παρελθούσες κακές πράξεις. Το άτομο, αναφέρουν ο Mackinnon και ο Michels (1971), μπορεί να επιτύχει μια δευτερεύουσα σημαντική ωφέλεια από την "ασθένειά" του όπως είναι η λήψη επιπρόσθετης εξαρτημένης φροντίδας ή η τιμωρία των συγγενών του μέσω της επιβολής της ασθένειάς του σε αυτούς.

Κατά τον Lader (1985) κάτω από συνθήκες εξέγερσης και αφύπνισης το άτομο δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε ένα συνεχές ή επαναλαμβανόμενο ερέθισμα. Όταν η κατάσταση διαιωνίζεται, συνεχίζει ο Lader (1985), η προσαρμογή γίνεται πρόχειρη και ανεμπόδιστη και οι αναφορές που επηρεάζουν το άτομο είναι αφύσικες στην ένταση και διάρκεια. Τότε η λειτουργίες του σώματος χειροτερεύουν, δημιουργούνται ανατομικές αλλαγές και εμφανίζεται η ψυχοσωματική νόσος (Lader, 1985).

Ο Kaplan και ο Sordock (1985) τονίζουν πως το άγχος συνδέεται με βαθιές διαταραχές στην προσωπικότητα, που σχετίζονται με προβλήματα στις σχέσεις βρέφους-μητέρας κατά την νηπιακή ηλικία του ατόμου. Ο Lipowski (1985) θεωρεί ότι συγκεκριμένες ψυχολογικές καταστάσεις, διαδικασίες ή γεγονότα έχουν επιδράσεις στη λειτουργία των οργάνων και των ιστών με συνέπεια την εμφάνιση δυσλειτουργιών. Είναι γεγονός πως οι ψυχοφυσιολογικές επιδράσεις αρχίζουν από την εμβρυϊκή ζωή και οι αιτιολογικοί τους παράγοντες σχετίζονται με το προσωπικό προφίλ, τις εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος, μέσω της συμβολικής λειτουργίας (Lipowski, 1985).

Σημαντική είναι και η επίδραση τραυματικών εμπειριών, όπως είναι η συμμετοχή σε ατυχήματα, φυσικές καταστροφές και τρομοκρατικές ενέργειες, στην πρόκληση των ψυχοσωματικών διαταραχών (Kolb, 1993). Πάντως το άτομο δεν χρειάζεται να είναι αυτόπτης μάρτυρας ή θύμα σε αυτές τις καταστάσεις. Ο Ursano (1997)αναφέρει πως οι τραυματισμοί και οι καταστροφές είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής, η αναφορά των οποίων γίνεται μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας και μας γεμίζει με αγωνία και άγχος. Οι τραυματικές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στις ψυχοσωματικές παθήσεις. Ένα παράδειγμα είναι η παράδοξη δυσλειτουργία των φωνητικών χορδών. Σε μια έρευνα σε 47 γυναίκες στο Ισραήλ με την κατάσταση αυτή το 36% των ασθενών είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά και το 13% πιθανώς να είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά (Freedman et al, 1991).

Σωματικά συμπτώματα όπως η στηθάγχη συνδέονται με ψυχοσωματικούς μηχανισμούς. Συγκεκριμένα σε άτομα με μη οργανική στηθάγχη διαπιστώθηκαν σε υψηλό ποσοστό χαρακτηριστικά όπως η τύπου "Α" προσωπικότητα, στρεσσογόνα γεγονότα ζωής και νεύρωση (Roll et al, 1988). Οι στρεσσογόνες καταστάσεις σχετίζονταν με κάποιο συναισθηματικό τραύμα και καταστάσεις όπως η απειλή διαζυγίου από τον ή την σύντροφο, σεξουαλική ανικανότητα του ή της συζύγου κτλ. (Bashour et al, 1983).

Οι αντιδράσεις άγχους κατά τον Kolb (1977) συνδέονται με παθολογική ταυτοποίηση με ένα αγαπημένο άτομο ή συγγενή που υπέφερε, υιοθετώντας παρόμοια συμπτώματα. Οι διαταραχές αυτές, συνεχίζει ο Kolb (1977) ανάγονται σε εμπειρίες της παιδικής ηλικίας (όπως οι επιπλήξεις των γονέων) και σε απόκρυφες και απωθημένες ενέργειες και σκέψεις που αναφέρονται στην απαγορευμένη πλευρά της σεξουαλικότητας και που θεωρούνται ως επικριτέες. Ψυχαναλητικές μελέτες έδειξαν πως άτομα με πεπτικά προβλήματα είχαν από την νηπιακή τους ζωή την επιθυμία να δεχθούν φροντίδα και αγάπη, γεγονός που ερχόταν σε σύγκρουση με την τάση κάθε ενήλικα για ανεξαρτησία (Kolb, 1977). Επίσης, σημαντική κατά τον Kolb (1977) είναι και η σχέση μητέρας- βρέφους κατά την νηπιακή ζωή του ατόμου, για την ανάπτυξη των ψυχοσωματικών διαταραχών.

Σε ότι αφορά το άγχος, ως ψυχοσωματική διαταραχή μελέτες σε μεγάλες ομάδες ιατρικών και χειρουργικών εσωτερικών ασθενών αναφέρουν πως το άγχος αφορά το 20 με 25% των ομάδων αυτών (Kolb, 1977). H νοσηλεία και η ασθένεια είναι καταστάσεις που δημιουργούν άγχος στον ασθενή επηρεάζοντας την ανάρρωσή του (Gagne και Joye, 1994). Επιπρόσθετα, σημαντικά είναι τα ποσοστά του άγχους στους ηλικιωμένους. Έρευνα του Good et al (1987) σε200 ηλικιωμένους (100 άνδρες και 100 γυναίακες) άνω των 60 ετών έδειξε ότι το 69% των ηλικιωμένων είχαν άγχος. Από το 69% των ατόμων με άγχος το 21,4% ήταν άνδρες και το 12,6% γυναίκες.

Αυξημένα επίπεδα άγχους υπάρχουν σε περιόδους εξετάσεων όπως έδειξε μια έρευνα της Whitehouse et al (1996) σε 21 πρωτοετείς της ιατρικής. Επίσης, άγχος παρουσιάζουν άτομα που κόβουν το κάπνισμα. Μελέτη της Wynd (1992) έδειξε πως το άγχος είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην υποτροπή των καπνιστών που διακόπτουν το κάπνισμα, ενώ βρέθηκε πως άτομα με μειωμένο stress είχαν καλύτερη αποχή από το κάπνισμα (Wynt, 1992).

Επίσης έντονο άγχος έχουν τα άτομα- μέλη σωστικών συνεργείων. Ο Wagner et al (1998) αναφέρει μια έρευνα του πανεπιστημίου του Τrier της Γερμανίας σε 402 επαγγελματίες πυροσβέστες στους οποίους αξιολογήθηκε το μετατραυματικό stress. Η έρευνα έδειξε πως το εύρος του μετατραυματικού άγχους ήταν 18,2%. Βρέθηκαν, επίσης, και άλλα ψυχοσωματικά προβλήματα. Το μετατραυματικό άγχος οφείλεται σε τραυματικά γεγονότα στα οποία εκτίθενται τα άτομα αυτά, όπως διάφορες καταστάσεις που απειλούν τη ζωή τους, η θλίψη και η έκθεση σε ακρωτηριασμένα πτώματα κτλ. (Wayner et al, 1998).

Παρόμοια μελέτη έγινε από τον Delahanty et al, (1997) σε 200 άτομα σωστικών συνεργείων από τους οποίους τα 159 συμμετείχαν στο σωστικό έργο στην αεροπορική τραγωδία του Πίτσμπουργκ (1994) και τα υπόλοιπα ήταν μέλη άλλων σωστικών συνεργείων (εθελοντές ή μη). Η μελέτη έδειξε πως τα άτομα που είχαν εκτεθεί σε ανθρώπινα μέλη και "υπολείμματα", ενώ δεν το περίμεναν, εμφάνισαν περισσότερα συμπτώματα άγχους από τα μέλη των σωστικών συνεργείων που είδαν ανθρώπινα "υπολείμματα" και ήταν προετοιμασμένα για το θέαμα, καθώς και από τα άτομα που δεν είδαν ανθρώπινα "υπολείμματα". Επίσης, υψηλά ποσοστά άγχους είχαν μέλη σωστικών συνεργείων που είδαν στην αεροπορική τραγωδία αίματα, αλλά όχι ανθρώπινα "υπολείμματα". Στην ομάδα αυτή μόνο 21 από τα 61 άτομα είχαν εκτεθεί σε ανθρώπινα μέλη στο παρελθόν (Delahanty et al, 1997).

Το άγχος εκτιμάται με ειδικές κλίμακες, μια από τις οποίες είναι η καταγραφή της "Καταστατικής" και της "χαρακτηριστικής" κατάστασης άγχους, με την συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου 20 ενοτήτων, με 4 βαθμούς για κάθε απάντηση (Gagne και Tοye, 1994). Τα αποτελέσματα του άγχους είναι ποικίλα στον ανθρώπινο οργανισμό. Η Whitehouse et al (1996) αναφέρει πως το αυξημένο άγχος έχει επίπτωση στο ανοσοποιητικό σύστημα προκαλώντας αύξηση των επιπέδων των Β-λεμφοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων και αύξηση της κυττοτοξικότητας των Τ-κυττάρων φυσικών φονέων. Χρόνιο άγχος, όμως, έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος και την μείωση της δράσης των Τ-λεμφοκυττάρων και της ικανότητάς τους για εξουδετέρωση των καρκινικών κυττάρων (Mckegney, 1985). Πάντως, η αυξημένη δράση των ΝΚ "φυσικών φονέων" Τ-λεμφοκυττάρων είναι ασυνήθης σε χρόνιο άγχος (Delahanty et al, 1977).

Αυξημένα επίπεδα άγχους συνδέονται μειωμένη ικανότητα αντίληψης κρίσης και μνήμης (Grainger, 1990). Το χρόνιο άγχος ευθύνεται για καταστάσεις όπως νεφρική υπέρταση, νεφρική βλάβη, στεφανιαία νόσο, έλκος του δωδεκαδακτύλου, καρκίνο και αθηροσκλήρωση των εγκεφαλικών αγγείων (Mckegney, 1985). Επίσης, το άγχος βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα οδηγεί σε ψυχοσωματικές παθήσεις όπως η ελκωτική κολίτις, το σύνδρομο δυσαπορρόφησης και το σύνδρομο του ευερέσθητου εντέρου (Fann και Wheless, 1982).

Πέρα από το άγχος, μια κοινή ψυχοσωματική διαταραχή είναι και η κατάθλιψη. Έτσι, μελέτες σε εσωτερικούς ιατρικούς ή χειρουργικούς ασθενείς έδειξαν πως το 20 με 64% των ατόμων αυτών είχαν κατάθλιψη (Kolb, 1977). Επίσης, έρευνα του Good et all (1987) σε 200 ηλικιωμένους (100 άνδρες και 100 γυναίκες) έδειξε πως το 13% των ηλικιωμένων είχαν κατάθλιψη και από το ποσοστό αυτό 61,8% ήταν γυναίκες και το 16,5% άνδρες επιπρόσθετα, σε μια έρευνα στη Γερμανία σε 402 πυροσβέστες βρέθηκε πως το 18,2% των ατόμων αυτών είχαν stress και από το ποσοστό αυτό το 39,7% παρουσίαζε κατάθλιψη (Wagner et al, 1998).

Κατά τον Blinder (1969) τα είδη της κατάθλιψης είναι: κλασσική, ψυχωτική, μανιοκαταθλιπτική αντίδραση, ψυχονευρωτική, παλίνδρομη μελαγχολία, αντιδραστική και ενδογενής. Τα συμπτώματα της κατάθλιψης περιλαμβάνουν την ανορεξία, την απώλεια βάρους, την κόπωση, την ασθένεια, την δυσκοιλιότητα, την δυσπεψία, τον πονοκέφαλο, την μείωση της libido, την μείωση της συγκέντρωσης και κυρίως την αϋπνία νωρίς το πρωί (Blinder, 1969). Τα άτομα με κατάθλιψη νιώθουν χειρότερα το πρωί, κατά τον Blinder (1969), και έχουν γενικά κάθε μέρα την ίδια διάθεση.

Ένα σύμπτωμα που συχνά συνδέεται με την κατάθλιψη είναι ο πόνος, όπως αναφέρει ο Mackinnon και ο Michels (1971). Οι ασθενείς με πόνο συχνά αρνούνται την ύπαρξη κατάθλιψης και είναι δύσκολο να το καταλάβουν, ενώ είναι πιο εύκολο να πιστέψουν ότι η κατάθλιψη είναι εκδήλωση του πόνου (Mackinnon και Michels, 1971). Ασθενείς με ψυχοκινητική κατάθλιψη κοιμούνται ήσυχα για να ξυπνήσουν τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ενώ άλλοι ασθενείς έχουν άγχος να κοιμηθούν περισσότερο πριν από τις πρώτες πρωϊνές ώρες (Blinder, 1969).

Σε μια έρευνα της Horsten et al, (1997) σε 300 υγιείς γυναίκες 30 έως 65 ετών από τη Σουηδία που συγκρίθηκαν με ένα γενικό δείγμα 2500 γυναικών βρέθηκε σύνδεση καταθλιπτικών συμπτωμάτων (που παρουσίασε ένα ποσοστό των γυναικών) με μειωμένο επίπεδο λιπιδίων, με στρεσσογόνα γεγονότα στη ζωή των γυναικών, με την καθιστική ζωή και με μεγάλο δείκτη μάζας σώματος. Γυναίκες με επίπεδα χοληστερόλης 4,7 mmole/lt ή κατώτερο είχαν διπλάσια πιθανότητα να έχουν κατάθλιψη και μια εξήγηση μπορεί να δοθεί στο ότι η χοληστερόλη συνιστά ζωτική πηγή ενέργειας (Horsten et al, 1997).

Σύμφωνα με τον Blinder (1969) η κατάθλιψη αφορά ουσιαστικές ψυχολογικές και φυσιολογικές διαταραχές και συνδέεται με κάποια ασυνείδητα πρότυπα συμπεριφοράς που ίσως φέρνουν επαναλαμβανόμενα λύπη στο άτομο. Επίσης, συνεχίζει ο Blinder (1969), η κατάθλιψη σε ψυχονευρωτικούς χαρακτήρες δημιουργεί προβλήματα, όπως για παράδειγμα είναι η ξαφνική ήπια κατάθλιψη στη μέση ηλικία που εκδηλώνεται με ψυχικό stress και συμπτώματα όπως η αϋπνία.

Κεφάλαιο (1.7) Μέθοδοι αντιμετώπισης των ψυχοσωματικών παθήσεων

Ο Kaplan (1985) αναφέρει ως μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης την ιατροψυχιατρική προσέγγιση, στην οποία ο ψυχίατρος χειρίζεται την ψυχιατρική πλευρά της περίπτωσης και ο παθολόγος ή άλλος ειδικός ιατρός την σωματική πλευρά. Η ιατρική θεραπεία σκοπεύει στην θεραπεία της κατάστασης του ασθενή ώστε επιτυχώς να συμμετάσχει στην ψυχοθεραπεία. Στην οξεία φάση της ασθένειας, συνεχίζει ο Kaplan (1985) η ιατρική θεραπεία έχει τον κεντρικό λόγο και η ψυχοθεραπεία δευτερεύοντα λόγο - συμβουλευτικό, ενώ όταν η ασθένεια είναι ή καταλήξει χρόνια, τότε η ψυχοθεραπεία παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Όταν ο ασθενής με ψυχοσωματική πάθηση επισκέπτεται αρχικά τον ιατρό, σύμφωνα με τους Mackinnon και Michels (1971), πρέπει να γίνει αξιολόγηση αν η συμπτωματολογία του ανταποκρίνεται σε κάποια οργανική νόσο ή ερμηνεύεται από τις συγκινησιακές συγκρούσεις του, αν το άγχος διακρίνει τη ζωή του στην έναρξη και τις εξάρσεις της πάθησης, αν ο ασθενής έχει ωφέλεια από την αρρώστια και τέλος αν προσδίδει ασυνήθεις ψυχολογικές εξηγήσεις στα συμπτώματά του.

Θεραπευτικά, σημειώνει ο Reiser και ο Marphy (1984) σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς στο να σωματοποιούν τα ψυχολογικά τους προβλήματα και τα οποία αρνούνται ότι έχουν, όπως οι υποχόνδριοι, έχει ένδειξη η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Η αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών ασθενειών μέσω της ψυχοθεραπείας έχει αποτέλεσμα μόνο αν ο ασθενής θελήσει να εστιάσει την προσοχή του στα συναισθηματικά του προβλήματα. Τότε, ίσως τα σωματικά του συμπτώματα τροποποιηθούν με τη βελτίωση των συναισθηματικών του προβλημάτων (Reiser και Marphy 1984). Εξάλλου, είναι γεγονός ότι η άρνηση είναι ο κεντρικός μηχανισμός των ψυχολογικών γεγονότων: το άτομο αρνείται την έκταση των επιπλοκών και των συναισθημάτων του και όταν αναγνωρίσει τις συναισθηματικές διαταραχές του αρνείται τη σχέση τους μετα συμπτώματά του (Mackinnon και Michels, 1971).

Σκοπός της ψυχοθεραπείας, κατά τον Kaplan είναι η αναδιοργάνωση της προσωπικότητας, ώστε η ένταση και οι ανάγκες να μην αναπαράγουν ψυχοπαθολογικά φαινόμενα. Στην ψυχοθεραπεία είναι χρήσιμη η ανάλυση του Εγώ, με εστίαση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το άτομο στη ζωή του, έμφαση στις αντιδράσεις του, τις άμυνές του, τις ενοχές του, την αυτοεκτίμησή του και την σχέση του με το περιβάλλον του (Kaplan, 1985). Πρέπει να γίνει αξιολόγηση της παρούσας ασθένειας, κατά τη συνέντευξη, καθώς επίσης και να εντοπιστούν προβλήματα μέσα από την λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού και την περιγραφή της ζωής του ασθενή (Mckinnon και Michels, 1971).

Αρκετά αποτελέσματα έχει η ψυχοθεραπεία όταν περιορίζεται στην ανάλυση της χαρακτηρολογικής άμυνας και της άμυνας του Εγώ που συνδέεται με διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις (Kaplan, 1985). Παράλληλα είναι αναγκαία η διαλεύκανση της σχέσης του ασθενή με τα μέλη της οικογένειας του (Mackinnon και Michels, 1971). Οι ασθενείς είναι δεμένοι με την οικογένειά τους και συχνά αναπαριστούν συγκεκριμένες συμπεριφορές της παιδικής ή της βρεφικής ηλικίας, στις οποίες φανερώνεται το άγχος (Kaplan, 1985). Κατά τον Chertos et al (1977) μια από τις διαταραχές στην οποία η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία έχει ένδειξη σε μερικά άτομα, είναι με το "σύνδρομο της ευερέθιστης κύστης". Επίσης, ενδείκνυται σε πολλές άλλες ψυχοσωματικές διαταραχές.

Σκοπός της θεραπείας είναι η καθησύχαση του ασθενή, η αναγνώριση των γεγονότων που συνδέονται με την "πάθηση" και η εφαρμογή της βελτίωσης των καταστάσεων στη ζωή του (Kaplan, 1985). Ο ασθενής πρέπει να κατανοήσει τα ψυχολογικά αίτια της ασθένειάς του και να παρατηρεί τις συναισθηματικές του αντιδράσεις πριν την εμφάνιση των ψυχολογικών συμπτωμάτων, γεγονός που πριν αρνιόταν (Mckinnon και Michels, 1971). Επίσης πρέπει, μέσω της εμπειρίας του, να αντιδρά διαφορετικά και με επιτυχία στις αλληλεπιδράσεις των συναισθηματικών του προβλημάτων (Kaplan, 1985).

Κατά τους Mackinnon και Michels (1971) ο ασθενής πρέπει να συνειδητοποιήσει πως δεν υπάρχει αναλογία στη σωματική παρουσίασή της νόσου και του βαθμού της φυσικής ανικανότητάς του και ότι κάποιες διαταραχές στη συναισθηματική του ζωή μάλλον ευθύνονται για την επιδείνωση των συμπτωμάτων του. Συχνά, τα σωματικά συμπτώματα έχουν χτιστεί σε ένα ελάχιστο βαθμό οργανικής παθολογίας, όμως αυτό δεν αναγνωρίζεται από τον ασθενή, γιατί συνήθως τον απασχολούν τα συμπτώματά του (Mackinnon και Michels, 1971).

Στην ψυχοθεραπευτική μέθοδο τα βήματα είναι αργά και προσεκτικά και στηρίζονται στην στήριξη και την επεξήγηση (Kaplan, 1985). Ο Mackinnon και Michels (1971) αναφέρουν πως στοχεύει στην εστίαση της προσοχής του ασθενή στις ψυχοσωματικές του καταστάσεις που λαμβάνουν μέρος όταν αρχίζουν τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Συνήθως συνεχίζουν, ο ασθενής λέει "είναι τα νεύρα μου" χωρίς να κατανοεί ότι η κατάστασή του οφείλεται σε ψυχολογικές διεργασίες, αλλά νομίζει ότι η κατάστασή του οφείλεται σε μια αόριστη νευρολογική πάθηση.

Ο Kaplan (1985) αναφέρει, εκτός των άλλων μεθόδων ψυχοθεραπείας την ομαδική και την οικογενειακή ψυχοθεραπεία. Εκτός, όμως, από την ψυχοθεραπεία υπάρχει και η φαρμακευτική θεραπεία που συνίσταται στη χορήγηση ηρεμιστικών, αντικαταθλιπτικών (Mackinnon και Michels, 1971) και γενικά ψυχοτρόπων φαρμάκων (Fann και Wheless, 1982).

Σε ότι αφορά την κατάθλιψη, αντιμετωπίζεται θεραπευτικά με φάρμακα, ψυχοθεραπεία κα χαλάρωση. Ο Bowers (1990) αναφέρει θεραπευτικά το τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό νορτριπτυλίνη, την γνωσιακή θεραπεία και την χαλάρωση σε μια έρευνα κατά την οποία 30 ασθενείς με κατάθλιψη έλαβαν μια από τις τρεις θεραπείες: α) Το φάρμακο σε δόση 25- 75 mg/ ημέρα αρχικά, β) Γνωσιακή και φαρμακευτική θεραπεία, γ) Χαλάρωση και φαρμακευτική θεραπεία. Τελικά στη μελέτη όλα τα άτομα παρουσίασαν βελτίωση, όμως τα άτομα που έκαναν γνωσιακή και φαρμακευτική θεραπεία και φαρμακευτική θεραπεία μαζί με θεραπεία χαλάρωσης είχαν λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης από τα άτομα που έλαβαν μόνο φαρμακευτική θεραπεία (Bowers, 1990).

Εκτός από τις κλασικές θεραπείες υπάρχουν και οι εναλλακτικές θεραπείες. O Eisenberg et al, (1993) σε μια ερευνά του σε 1539 ενήλικες το 1991, διαπίστωσε πως το 35% των ασθενών με κατάθλιψη ακολούθησαν κάποια εναλλακτική θεραπεία. Στο δείγμα τα άτομα που βρέθηκαν με κατάθλιψη ήταν το 8% και η εναλλακτική θεραπεία που ακολούθησαν ήταν κάποια μέθοδος χαλάρωσης (Eisenberg et al, 1993). Η χαλάρωση πέρα από την κατάθλιψη έχει ένδειξη γενικά στις ψυχοσωματικές παθήσεις, επιδρώντας ενεργητικά και προάγοντας την ψυχική και την σωματική υγεία.

Κεφάλαιο 2

Κεφάλαιο (2.1.) Η χαλάρωση

Χαλάρωση είναι το υποκειμενικό αίσθημα που συνδέεται με την απαλλαγή από κάθε περιττή μυϊκή σύσπαση, και το αίσθημα ηρεμίας. Η χαλάρωση επιτυγχάνεται μέσω κινησιοθεραπείας, μέσω ελέγχου της αναπνοής, μέσω του biofeedback, καθώς και με άλλες μεθόδους όπως η μουσική.

Οι διάφορες τεχνικές χαλάρωσης που εφαρμόζονται από ειδικούς θεραπευτές είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Σε μια έρευνα που έκανε ο Eisenberg και οι συνεργάτες του (1993) σε 1539 ενήλικες στις Η.Π.Α. για τη συχνότητα χρήσης εναλλακτικών θεραπειών κατά το έτος 1991 διαπιστώθηκε πως οι μέθοδος χαλάρωσης είχαν σημαντικό μερίδιο στις θεραπείες. Συγκεκριμένα, το 7% έκανε μασάζ, το 4% ψυχοθεραπεία, το 1% biofeed back, το 1% ύπνωση, το 1% ομοιοπαθητική και το 26% άσκηση. (αμιγείς τρόποι χαλάρωσης είναι οι τρεις πρώτοι, οι υπόλοιποι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για διάφορες άλλες καταστάσεις).

Κεφάλαιο (2.2) Ο νευροφυσιολογικός μηχανισμός της χαλάρωσης

Στα πρόσθια κέρατα της φαιάς ουσίας του νωτιαίου μυελού, υπάρχουν τα κινητικά κύτταρα από τα οποία ξεκινάνε φυγόκεντρες κινητικές ίνες, που καταλήγουν μαζί με τα περιφερικά νεύρα στους σκελετικούς μυς (Duss, 1992). Από τους γ- κινητικούς νευρώνες (κύτταρα) των προσθίων κεράτων του νωτιαίου μυελού ξεκινούν γ-κινητικές νευρίκες ίνες-φυγόκεντρες- που διεγείρουν τα ακραία τμήματα των ενδοκαψικών ινών της μυϊκής ατράκτου (Guyton, 1992). Όταν οι ενδοατρακτικές μυϊκές ίνες διεγείρονται μέσω των γ-ινών, τότε συσπώνται στα αμφότερα τα άκρα της ατράκτου προκαλώντας διάταση του μεσαίου τμήματος, η οποία επιδρά στην δακτύλιο ελικοειδή απόληξη και αυτή παράγει δυναμικά ενέργειας, γεγονός που οδηγεί σε μια αύξηση της τάσης των μυών (Duss, 1992). Πρέπει να σημειωθεί πως στη δεκτική περιοχή της μυϊκής ατράκτου υπάρχει η πρωτεύουσα (δακτυλιο ελικοειδής) αισθητική απόληξη στο κέντρο της η οποία είναι η σπειροειδής απόληξη μιας κεντρομόλου ταινίας (ταχείας άγουσα). Όταν αυξάνεται το μήκος του δεκτικού τμήματος της μυϊκής ατράκτου βραδέως, τότε οι πρωτεύουσας απολήξεις εκπέμπουν ώσεις για το διάστημα που ο υποδοχέας διατείνεται, ενώ όταν η διάταση γίνει απότομα, τότε η απόληξη διεγείρεται έντονα, ένα ισχυρό σήμα μεταδίδεται προς το νωτιαίο μυελό, και με αυτό προκαλείται στιγμιαία έντονη αντανακλαστική συστολή του μύ από τον οποίον προέρχεται το σήμα (Guyton, 1992)

Οι γ-κινητικοί νευρώνες βρίσκονται υπό την επίδραση ανωτέρων κατιόντων κινητικών νευρώνων, όπως η πυραμιδική οδός, οι δικτυονωτιαίες ίνες και οι αιθουσονωτιαίες ίνες, έτσι ώστε ο μυϊκός τόνος μπορεί να επηρεάζεται άμεσα από το κεντρικό όργανο (Duss, 1992). Όπως προαναφέρθηκε η δακτυλιοειδής απόληξη αντιδρά στη διάταση με δυναμικά ενέργειας που προκαλούν αντανακλαστική συστολή του μυ. Η συστολή αυτή γίνεται από τις ταχέως άγουσες Ια (φυγόκεντρες) που προκαλούν σύσπαση των εξωατρακτικών ινών για να αποκτήσουν το παλιό τους μήκος (Ganong, 1979).

Σε πολλές μυϊκές ατράκτους, ιδιαίτερα στις ίνες με πυρηνική άλυσο, υπάρχουν εκτός από τις πρωτογενείς και δευτερογενείς απολήξεις που ονομάζονται ανθοκραμβοειδείς (Duus, 1992). Και αυτές οι απολήξεις αντιδρούν στη διάταση, και στέλνουν τα δυναμικά ενέργειάς τους προς το κέντρο μέσω πιο λεπτών ΙΙ ινών και μπορούν να ενεργοποιούν καμπτήρες ή εκτείνοντες με ταυτόχρονη αναστολή των ανταγωνιστών (Duus, 1992).

Κατά την διάταση, οι ανταγωνιστές μύες χαλαρώνουν, γεγονός που οφείλεται στην αμοιβαία εν-νεύρωση κατά την οποία ερεθίσματα από από τις Ια ίνες της μυϊκής ατράκτου του πρωταγωνιστή μυ προκαλούν μετασυναπτική αναστολή στους κινητικούς νευρώνες των ανταγωνιστών (Ganong, 1979). Ο δρόμος για την αντίδραση αυτή περιλαμβάνει δυο συνάψεις και αφορά παράπλευρες ώσεις από κάθε Ια ίνα που περνάει στο νωτιαίο μυελό σε έναν ανασταλτικό νευρώνα που συνάπτεται άμεσα με έναν από τους κινητικούς νευρώνες που νευρούν τους ανταγωνιστές μυς (Ganong, 1979). Η διέγερση μιας ομάδας μυών συνήθως συσχετίζεται με την αναστολή μιας άλλης ομάδας, σύμφωνα με το φαινόμενο της αλληλένδετης αναστολής που εμφανίζεται εξαιτίας της αλληλένδετης (αμοιβαίας) εν-νεύρωσης (Guyton, 1992). Έτσι, έχουμε ένα μέτριας έντασης αντανακλαστικό κάμψης παρατεινόμενο στο ένα σκέλος, κατά τη διάρκεια του οποίου εκλύεται ένα ακόμα ισχυρότερο αντανακλαστικό κάμψης στο αντίθετο σκέλος από το οποίο αποστέλλονται αλληλένδετες αντανακλαστικές ώσεις με τις οποίες καταστέλλεται ο βαθμός κάμψης του, με συνέπεια την παύση του ισχυρότερου αντανακλαστικού (Guyton, 1992).

Στο σημείο μετάπτωσης του τένοντα στο μυ, υπάρχουν τα τενόντια όργανα του Golgi που είναι λεπτές νευρικές απολήξεις που διεγείρονται με τη διάταση του μυός ή με την ενεργητική του σύσπαση με ανασταλτικές ώσεις- μέσω 1 ή 2 ενδιάμεσων νευρώνων -που μεταφέρονται με ταχέως άγουσες Ιb- ίνες (Duus, 1992). Οι Ιb ίνες καταλήγουν στο νωτιαίο μυελό σε αναχαιτιστικούς νευρώνες που νευρούν τους κινητικούς νευρώνες (Ganong, 1979). Το όργανο του Golgi μετράει τη φόρτιση του κάθε μυός και διατηρεί την τάση του σε φυσιολογικά όρια μέσω αναχαιτιστικών ώσεων (Duus, 1992). Όσο πιο μεγάλη είναι η διάταση τόσο μεγαλύτερη η σύσπαση του μυ. Όμως, όταν η τάση γίνει αρκετά μεγάλη, τότε η σύσπαση ξαφνικά σταματά και ο μυς χαλαρώνει σύμφωνα με το αντανακλαστικό της αντίστροφης διάτασης ή αυτοαναχαίτισης (Ganong, 1979). Σε ότι αφορά την παθητική διάταση, διατείνονται οι περισσότερες ελαστικές μυϊκές ίνες, αναλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της διάτασης και έτσι χρειάζεται μεγάλη διάταση, στην περίπτωση αυτή, για να επιτύχουμε την χαλάρωση (Ganong, 1979).

Η άτρακτος και οι συνδέσεις της συνιστούν ένα μηχανισμό ανάδρασης που ρυθμίζει τη μυϊκή τάση: αν ο μύς διαταθεί τότε αυξάνονται οι ώσεις στην μυϊκή άτρακτο και γίνεται αντανακλαστικά μείωση του μήκους του μυ, ενώ αν ο μυς βραχυνθεί, τότε μειώνονται οι ώσεις στη μυϊκή άτρακτο ο μυς χαλαρώνει (Ganong, 1979). Πάντως, σε κάθε αλλαγή του μήκους του μυ δεν διεγείρονται μόνο τα κύτταρα των προσθίων κεράτων (που προκαλούν σύσπαση του μυ), αλλά συγχρόνως- μέσω ενδιάμεσων νευρώνων αναστέλλονται άλλα νευρικά κύτταρα ώστε να χαλαρώσουν οι ανταγωνιστές, αφήνοντας ελεύθερη τη σύσπαση των ανταγωνιστών τους (Duus, 1992)

Ο παραπάνω νευροφυσιολογικός μηχανισμός εξηγεί την χαλάρωση, τόσο κατά την ενεργοποίηση των μυών μέσω της σύσπασης τους, όσο και κατά την διάταση τους. Στην πρώτη περίπτωση πέρα από την χαλάρωση που συμβαίνει έπειτα από την σύσπαση του μυ, έχουμε και τον μηχανισμό της σύσπασής του αγωνιστή και της σύγχρονης χαλάρωσης του ανταγωνιστή του (Duus, 1992). Η σύσπαση του μυ μπορεί να είναι ισοτονική ή ισομετρική (Ingher, 1989) και ακολουθείται από την χαλάρωση του (Condon and Hutton, 1987).

Το πρότυπο της σύσπασης που ακολουθείται από χαλάρωση χρησιμοποιείται και στη μέθοδο διάτασης: «κράτημα- χαλάρωση» στην οποία ο μυς που θέλουμε να χαλαρώσει εκτελεί μέγιστη ισομετρική σύσπαση που ακολουθείται από χαλάρωση και στη συνέχεια διάταση του στο όριο της κίνησης (Condon and Hutton, 1987). Μια παραλλαγή της προαναφερθείσας μεθόδου είναι το «κράτημα- χαλάρωση- σύσπαση» στην οποία η διάταση μετά την χαλάρωση γίνεται με χαμηλή εκούσια συστολή του ανταγωνιστή προς τον διατεινόμενο μυ (Condon and Hutton, 1987). Πάντως, κατά την διάρκεια της διάτασης με τις δύο παραπάνω μορφές και τη μέθοδο της στατικής (παθητικής) διάτασης και της διάτασης μέσω σύσπασης του ανταγωνιστή προς τον διατεινόμενο μυ, έχουμε μυϊκή χαλάρωση, καθώς ο μυς διατείνεται (Condon and Hutton, 1987). Η χαλάρωση αυτή συμβαίνει λόγω της αμοιβαίας εννεύρωσης στον διατεινόμενο μυ: κατά την σύσπαση του ανταγωνιστή του και κατά τη δυνατή διάταση του μυ έχουμε χαλάρωσή του λόγω της αυτοαναχαίτισης, μηχανισμοί που εμπλέκονται με τα τενόντια όργανα του Golgi (Ganong, 1979). Σχετικά με την παθητική διάταση, πρέπει να είναι δυνατή για να προκαλέσει χαλάρωση (Ganong, 1979).

Οι ταχέως άγουσες Ια ίνες από τις μυϊκές ατράκτους και τα τενόντια όργανα αποσχίζονται σε διάφορους παράπλευρους κλάδους, ίνες των οποίων τελικά καταλήγουν, έπειτα από συνάψεις σε κύτταρα των οπίσθιων κεράτων του νωτιαίου μυελού, στο πρόσθιο και οπίσθιο νωτιοπαρεγκεφαλιδικό δεμάτιο, που με τη σειρά τους καταλήγουν στην παρεγκεφαλίδα (Duus, 1992). Η παλαιοπαρεγκεφαλίδα παίρνει πληροφορίες από όλες τις κεντρομόλες οδούς της εν τω βάθει αισθητικότητας και μπορεί να επιδρά με πολυσυναπτικές φυγόκεντρες οδούς στο μυϊκό τόνο και τη συνεργασία αγωνιστών -ανταγωνιστών (Duus, 1992) .

Οι αισθήσεις αφής, πίεσης δόνησης διάκρισης, κίνησης στο δέρμα και θέσης των μελών του σώματος μεταφέρονται μέσω της οπίσθιος δέσμης στον προμήκη (ισχνός και σφηνοειδής πυρήνας), στη συνέχεια μέσω του έσω λημνίσκου στο θάλαμο και από εκεί στην σωματοαισθητική περιοχή 1 του εγκεφαλικού φλοιού (Guyton, 1992). Η οπίσθια δέσμη μεταφέρει τμήματα των ιδιοδεκτικών ώσεων στο επίπεδο της συνείδησης από υποδοχείς στους μυς, τους τένοντες, τις περιτονίες, τους αρθρικούς θυλάκους και τον εντωβάθει συνδετικό ιστό (Duus, 1992). Παράλληλα, υπάρχει το σύστημα των προσθιοπλάγιων δεσμών που αφορούν τις αισθήσεις του πόνου, της θερμοκρασίας, της αδρής αφής και πίεσης, του γαργαλισμού, του κνησμού και γενετήσιες (Gugton, 1992). Οι ίνες των δεματίων αυτών ξεκινούν από δερματικούς υποδοχείς του δέρματος (πίεση, αφή) ή ελεύθερες νευρικές απολήξεις (πόνος, θερμοκρασία), χιάζονται, περνούν στο θάλαμο και από εκεί στην οπίσθια κεντρική έλοικα του φλοιού (Duus, 1992). Η χαλάρωση σχετίζεται με την προσαγωγή ερεθισμάτων από τους αισθητικούς υποδοχείς, οι οποίοι μεταφέρουν τα ερεθίσματα στον φλοιό. Συγκεκριμένα, τα ερεθίσματα φτάνουν στην αισθητικοκινητική περιοχή του φλοιού, όπου μετατρέπονται αμέσως σε κινητικές πληροφορίες, μέσω αισθητικοκινητικών ρυθμιστικών κύκλων (Duus, 1992).

Οι γάμμα φυγόκεντρες ίνες της μυϊκής ατράκτου, που προαναφέρθηκαν, δέχονται επιδράσεις από την δικτυοπρομηκική μοίρα του εγκεφαλικού στελέχους, που με τη σειρά της δέχεται επιδράσεις από την παρεγκεφαλίδα, τα βασικάγάγγλια και τον εγκεφαλικό φλοιό (Gugton, 1992).

Η παρεγκεφαλίδα επιδρά μέσω εξωπυραμιδικών οδών στα γ- κύτταρα του πρόσθιου κέρατος και μέσω γ- φυγόκεντρων ινών επιδρά στην κινητικότητα- ακουσίως (Duus, 1992). Η λειτουργία της παρεγκεφαλίδας είναι η οργάνωση της συνεργασίας των μυών στην κίνηση και ο έλεγχος της (Ganong, 1979). Η παλαιοπαρεγκεφαλίδα δέχεται επιδράσεις από το νωτιαίο μυελό μέσω του οπίσθιου και του πρόσθιου νωτιοπαρεγκεφαλιδικού δεματίου και του σφηνοπαραγκεφαλιδικού δεματίου (Duus, 1992). Μια, φυγόκεντρη οδός από την παρεγκεφαλίδα φτάνει στα βασικά γάγγλια μέσω του οπτικού θαλάμου (Guyton, 1992). Άλλες φυγόκεντρες ώσεις από τους πυρήνες της παρεγκεφαλίδας φτάνουν στον ερυθρό πυρήνα και μέσω του ερυθρονωτιαίου και του δικτυονωτιαίου δεματίου επιδρούν στους ομόπλευρους κινητικούς νευρώνες (Duus, 1992). Η παρεγκεφαλίδα ρυθμίζει τον μυϊκό τόνο (Duus, 1992) και τις αλληλένδετες συστολές αγωνιστών και ανταγωνιστών (Guyton, 1992). Η παρεγκεφαλίδα αποτελεί μαζί με το στέλεχος τα κέντρα των πολύσυναπτικών συνδέσεων κατά την χαλάρωση του ανταγωνιστή και σύσπαση του αγωνιστή (Duus, 1992).

Στα γ και α-κινητικά κύτταρα της μυϊκής ατράκτου επιδρούν επίσης η πυραμιδή και η εξωπυραμιδική οδός, επιδρώντας εν μέρει διεγερτικά και εν μέρει ανασταλτικά (Duus, 1992). Το εξωπυραμιδικό σχετίζεται με τον προγραμματισμό και την ρύθμιση της κίνησης και της στάσης (Ganong, 1979). Συγκεκριμένα, στα βασικά γάγγλια ίνες από την ωχρή σφαίρα φέρονται στον θάλαμο και τον υποθάλαμο, χιάζονται στο δικτυωτό σχηματισμό και από εκεί καταλλήγουν στα κύτταρα των προσθίων κεράτων του νωτιαίου μυελού (Duus, 1992). Πιθανώς και οι ραβδωτομελαινικοί νευρώνες ρυθμίζουν τον μυϊκό τόνο μέσω των γ- νευρώνων (Duus, 1992).

Νευρικές οδός συνδέουν τον θάλαμο με τη παρεγκεφαλίδα και τα βασικά γάγγλια και προάγεται ο συντονισμός μεταξύ των λειτουργιών του κινητικού φλοιού, των βασικών γαγγλίων και της παρεγκεφαλίδας (Guyton, 1992). Κατά την χαλάρωση, τεχνικές που ερεθίζουν τους αισθητικού υποδοχείς καταλήγουν σε ανώτερα κέντρα. Τα κέντρα αυτά είναι η σωματοαισθητική περιοχή στην οπίσθια κεντρική έλικα του εγκεφαλικού φλοιού (Guyton, 1992) στην οποία οι αισθήσεις φτάνουν στο επίπεδο της συνείδησης (Duus, 1992) και η παραγγεφαλιδα.

Από τα ανώτερα κέντρα τα ερεθίσματα περνούν μέσα από πολύπλοκα δίκτυα που συνδέονται με τον θάλαμο, τον φλοιό, τα βασικά γάγγλια και το πυραμιδικό σύστημα και καταλήγουν στα κινητικά κύτταρα του νωτιαίου μυελού επηρεάζοντας τον μυϊκό τόνο, στην ρύθμιση του οποίου παίζει σημαντικό ρόλο η παρεγκεφαλίδα (Duus, 1992). Έτσι, ως απάντηση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος ο μυϊκός τόνος αυξάνεται ή μειώνεται στο ελάχιστο στη μέγιστη χαλάρωση (Duus, 1992).

Ο μηχανισμός της χαλάρωσης πέρα από αντανακλαστικός είναι και συνειδητός. Κατά τον Benson (1982) συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς προάγουν έμφυτες φυσιολογικές αλλαγές κατά τη χαλάρωση. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε τόσο οι φυγόκεντρες όσο και οι κεντρομόλες οδοί συνδέονται με το φλοιό. Ακόμα και η παρεγκεφαλίδα συνδέεται με τον φλοιό με απαγωγά (οδοντο θαλαμοφλαιώδης οδός) η προσαγωγά (φλοιός- γέφυρα- παρεγκεφαλίδα ή φλοιός ερυθρός πυρήνας- ελαία- παρεγκεφαλίδα) δεμάτια (Duus, 1992).

Ένας από τους τρόπους χαλάρωσης είναι η άσκηση. Για την αποσαφήνιση του ρόλου της άσκησης στην φυσιολογία του ανθρώπινου οργανισμού ο Stratton et al (1994) έκανε μια έρευνα σε δύο ομάδες: η πρώτη με 11 νέους και η δεύτερη με 13 ηλικιωμένους. Τα άτομα αυτά έκαναν ένα εξάμηνο πρόγραμμα με βάδιση, τρέξιμο και ποδήλατο για 45 λεπτά με συχνότητα 4 ή 5 φορές την εβδομάδα. Άρχισαν το πρόγραμμα με το 50%- 60% της μέγιστης καρδιακής συχνότητας και καταλήγοντας στο 80%- 85% αυτής τον τρίτο- τέταρτο μήνα. Διαπιστώθηκε πως για όλους τους εθελοντές πως: α) Η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας και άσκησης ισχύος 66W και μέγιστης ισχύος μειώθηκε, β)Η διαστολική πίεση μειώθηκε στην ηρεμία και την άσκηση ισχύος 66W και την άσκηση μέγιστης ισχύος, γ)Η συστολική πίεση δεν είχε σημαντική μεταβολή στην ανάπαυση και την άσκηση ισχύος 66W ενώ αυξήθηκε λίγο στην άσκηση με μέγιστη ισχύ (Stratton et al, 1994).

Σε ότι αφορά τον νευροφυσιολογικό μηχανισμό της άσκησης, οι Moore και Kukulka (1991) σε μια ερευνά τους σε 16 γυναίκες διαπίστωσαν πως κατά την εκούσια μυϊκή συστολή τα αντανακλαστικά παρουσίαζαν μεγάλη εξασθένιση. Επίσης, ήταν εξασθενημένα για 1sec μετά τη συστολή (76% κατά μειωμένα), ενώ μερική "ανάνηψη" τους έγινε 5sec μετά τη συστολή και πλήρης επαναφορά τους στο αρχικό εύρος έγινε 10,05 sec μετά τη συστολή. Η έρευνα αυτή τονίζει την επίδραση τεχνικών ιδιοδεκτικής νευρομυϊκής διευκόλυνσης (P.N.F) με σκοπό την χαλάρωση, στα αντανακλαστικά κατά και μετά τη σύσπαση. Οι τεχνικές αυτές είναι ακούσιες και ένα παράδειγμα είναι το "κράτημα χαλάρωση" (Mooke and Kukulka, 1991) που προαναφέρθηκε.

Η Griffin et al (1994) έκανε μια έρευνα σε 38 γυναίκες που έκαναν συσπάσεις σε 5 μυς της πυέλου και μετρήθηκαν με ειδικά ενδοκολπικά μπαλόνια τα χαρακτηριστικά των πυελικών μυών στη σύσπαση και χαλάρωση. Το πρόγραμμα άρχισε με συσπάσεις των 12 sec με δεκαπέντε επαναλήψεις και συχνότητα 3 φορές ανά εβδομάδα για 3 εβδομάδες. Οι συσπάσεις ήταν εκούσιες σε 5 πυελικούς μύες. Τα αποτελέσματα φαίνονται στον πίνακα (2) (Griffin et al, 1994)

Σύσπαση                             1           2         3         4          5          6         7          8         9        10

Μέση πίεση                        11,89    12,89  13,78  14,06   14,31  14,34   14,94   14,03  13,82   14,13 

Σταθερή  απόκλιση           4,02       3,59    4,18    4,56     4,15    3,96      5,19    4,39    4,01     4,40

Φάση

χαλάρωσης (sec)                 15,00     15,00  15,00  16,00   16,00  16,00    19,00   15,00  16,00  12,00

 

 Πίνακας (2). Μετρήσεις για τις πιέσεις στη χαλάρωση μεταξύ 10 συσπάσεων σε 5 μυς της πυέλου (τροποποιημένο από